Κάθε νομική υπόθεση είναι ξεχωριστή, απαιτεί συνεχή έρευνα της νέας νομοθεσίας και προσήλωση στη λεπτομέρεια.


Η εμπιστοσύνη, η εχεμύθεια και το συμφέρον του πελάτη αποτελούν τα κύρια γνωρίσματα στον χειρισμό των υποθέσεων.

Με 15 χρόνια δικαστηριακής εμπειρίας σε όλους τους τομείς δικαίου αναλαμβάνουμε υποθέσεις σε όλη την επικράτεια...

Legal

Action.gr

Φόρμα Επικοινωνίας

ΔΕΚΤΗ Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΕΡΑΣ –Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν. Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα στην κατάφαση της καταχρηστικότητας. 

Για την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία τελείται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα, απαιτείται να συναινέσουν αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του. Η συναίνεση αυτή αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αναπλήρωση της συναίνεσης του φυσικού γονέα με δικαστική απόφαση είναι η σωρευτική ύπαρξη άρνησης συναίνεσης και καταχρηστικότητα αυτής. Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που παρά την προηγηθείσα από μέρους τους κακή άσκηση της επιμέλειας, που είχε σαν συνέπεια την αφαίρεσή της με δικαστική απόφαση, μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους. Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα στην κατάφαση της καταχρηστικότητας. Στην περίπτωση που εξετάζεται αίτημα αναπλήρωσης συναίνεσης φυσικού γονέα το δικαστήριο αποφασίζει, αφού ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή.

Σε ανάλογη περίπτωση οι αιτούντες σύζυγοι, αμφότεροι ελληνικής ιθαγένειας, ζητούν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αβάπτιστο άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε από μητέρα ελληνίδα χωρίς γάμο, με την αναπλήρωση της συναίνεσης της φυσικής μητέρας του τέκνου, ισχυριζόμενοι ότι με δικαστική απόφαση αφαιρέθηκε η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου από τη φυσική μητέρα του και ανατέθηκε στο κέντρο παιδικής προστασίας με την επωνυμία «Η ΜΗΤΕΡΑ», από το οποίο και προστατεύεται. Προσκομίστηκαν επίσης οι προβλεπόμενες εκ του νόμου εκθέσεις κοινωνικής έρευνας, που διενεργήθηκαν από αρμόδια κοινωνική λειτουργό της Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, για τους υποψήφιους θετούς γονείς, καθώς και για τη φυσική μητέρα του προς υιοθεσία τέκνου, από αρμόδια κοινωνική λειτουργό του Παραρτήματος Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η ΜΗΤΕΡΑ» του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Οι αιτούντες σύζυγοι - υποψήφιοι θετοί γονείς, συναίνεσαν αυτοπροσώπως, ο καθένας για τον εαυτό του και για τον άλλο, για την προκείμενη υιοθεσία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε ιδιαίτερο γραφείο και χωρίς δημοσιότητα.

Περαιτέρω, η φυσική μητέρα του προς υιοθεσία ανήλικου τέκνου, προσερχόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου αρνήθηκε να παράσχει τη συναίνεσή της για την υιοθεσία του τέκνου της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει, αν η συναίνεση της φυσικής μητέρας του τέκνου θα πρέπει να αναπληρωθεί. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι το προς υιοθεσία ανήλικο, όπως φέρεται, γεννήθηκε χωρίς γάμο των φυσικών του γονέων, το οποίο δεν έχει αναγνωρισθεί από τον πατέρα του, δεν απαιτείται η συναίνεση του φυσικού του πατέρα και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα συναίνεσής του στην αιτούμενη υιοθεσία. 

Το Δικαστήριο μελετώντας όλα τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης οδηγήθηκε στην εξής απόφαση:  Οι αιτούντες, αμφότεροι ελληνικής ιθαγένειας, ηλικίας 53 και 46 ετών, αντίστοιχα, τέλεσαν νόμιμο γάμο. Από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν φυσικά τέκνα, παρά τις επίμονες προσπάθειές τους, ούτε υιοθέτησαν ή αναγνώρισαν με οποιονδήποτε τρόπο άλλα. Το προς υιοθεσία άρρεν ανήλικο τέκνο, γεννήθηκε από ελληνίδα μητέρα. Επομένως, οι αιτούντες σύζυγοι δύνανται λόγω ηλικίας να προβούν στην τέλεση υιοθεσίας, αφού έχουν συμπληρώσει το τριακοστό έτος και δεν έχουν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους, η δε διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτών και του υιοθετούμενου, είναι μεγαλύτερη από δεκαοκτώ και όχι περισσότερο από πενήντα έτη. Επιπρόσθετα, αμφότεροι οι αιτούντες έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, είναι σωματικά και ψυχικά υγιείς, έχουν άμεμπτο ποινικό παρελθόν, ενώ διάγουν ισορροπημένο έγγαμο βίο, βασιζόμενο στην αγάπη και αλληλοεκτίμηση. Εξάλλου, η οικονομική τους κατάσταση είναι καλή, ικανή να διασφαλίσει στο υιοθετούμενο μία αξιοπρεπή και άνετη διαβίωση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η φυσική μητέρα του προς υιοθεσία τέκνου είναι μητέρα και ενός άλλου άρρενος εκτός γάμου τέκνου. Είναι μέλος μιας πολυμελούς οικογένειας που αποτελείται από επτά συνολικά αδέλφια, από τα οποία τα τρία φιλοξενούνται σε ιδρύματα παιδικής μέριμνας, ενώ το τέταρτο επέστρεψε πριν δύο έτη από το ίδρυμα παιδικής μέριμνας. Η πατρική της οικογένεια, πλην της μητέρας που λόγω διάστασης με τον πατέρα ζει στη Θεσσαλονίκη, κατοικεί σε δύο διώροφα κτίρια κατασκευής της δεκαετίας του 1970, από τα οποία απουσιάζει η καθαριότητα και η υγιεινή, ενώ και τα ίδια μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας, αδιαφορούν για την ατομική τους υγιεινή. Επιπλέον, τα μόνα εισοδήματα της οικογένειας προέρχονται από τα επιδόματα που λαμβάνει τόσο η ίδια όσο και τα δύο αδέλφια της, που πάσχουν όλοι από μέτρια νοητική υστέρηση και έχουν κριθεί ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 67%. Εξαιτίας των παραπάνω περιστατικών, μετά από καταγγελία τόσο του Δήμου για τις συνθήκες διαβίωσης του προς υιοθεσία ανήλικου τέκνου της, όσο και του πατέρα του πρώτου τέκνου της, εκδόθηκε εισαγγελική διάταξη, δυνάμει της οποίας το προς υιοθεσία ανήλικο τέκνο φιλοξενείται στο Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Αττικής «Η ΜΗΤΕΡΑ». Όταν η φυσική μητερα με το τέκνο έμειναν στον ξενώνα επιτόκων - λεχουσών, προκειμένου να προσαρμοστεί το τέκνο μαζί της, η ψυχολόγος και η κοινωνική λειτουργός διαπίστωσαν την αδυναμία της να παρέχει εγγυήσεις για την ανατροφή του τέκνου της, λόγω της νοητικής της υστέρησης, της έλλειψης ατομικής υγιεινής της ίδιας, της έλλειψης υποστηρικτικού της δικτύου και της οικονομικής της αδυναμίας, δεδομένου ότι η μόνη πηγή εσόδων της είναι το επίδομα ύψους 623 ευρώ που λαμβάνει λόγω της κατάστασης της υγείας της κάθε δίμηνο.

Τέλος, ο πατέρας της παρουσιάζεσαι ως άνθρωπος ερειστικός που αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί με τις αρχές, ενώ ανατρέφει την οικογένειά του σε ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης, γεγονός που είχε ως συνέπεια να οδηγηθούν σε ιδρύματα τα τέσσερα αδέλφια της, ενώ δεν μπορεί να προσφέρει ούτε οικονομική βοήθεια στη μητέρα και το τέκνο της, δεδομένου ότι οι οικονομικές του δυνάμεις ανέρχονται στο ποσό των 254 ευρώ το δίμηνο, που αποτελεί την πολυτεκνική σύνταξη του Ο.Γ.Α. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, αφαιρέθηκε από τη φυσική του μητέρα όχι μόνο η πραγματική φροντίδα, αλλά το σύνολο της επιμέλειας του προς υιοθεσία τέκνου της και ανατέθηκε στο προαναφερθέν Κέντρο «Η ΜΗΤΕΡΑ».

Έκτοτε οι αιτούντες ανέλαβαν τη φροντίδα του τέκνου, φροντίζουν για την κάλυψη των αναγκών του σε καθημερινή βάση, το παρακολουθούν ιατρικά, ενώ αντίθετα η φυσική του μητέρα, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, δεν έχει ενδιαφερθεί για την τύχη του. Υπό αυτά τα δεδομένα, σαφώς συνάγεται ότι το κοινωνικό, πνευματικό, ηθικό και περιουσιακό συμφέρον του ανηλίκου υπαγορεύει την υιοθεσία του από τους αιτούντες, αφού πλησίον της φυσικής μητρός του δεν υπάρχει ευνοϊκό περιβάλλον για την υγιή και ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του, αλλά αντιθέτως, ελλοχεύει ο κίνδυνος της σωματικής και ψυχικής βλάβης του, καθόσον αυτή δεν παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανή να αναθρέψει το παιδί της, υπό καλές συνθήκες διαβίωσης.

Ενόψει συνακόλουθα της εκτιμώμενης καταχρηστικής άρνησης της τελευταίας να συναινέσει στην τέλεση της υιοθεσίας του τέκνου της, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να αναπληρωθεί η συναίνεσή της από το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι υφίστανται και οι λοιπές προϋποθέσεις ήτοι, το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και έχει αφαιρεθεί από την άγαμη φυσική του μητέρα η άσκηση όχι μόνο της επιμέλειας του αλλά του συνόλου της γονικής του μέριμνας, μη απαιτουμένης εν προκειμένω της ακρόασης των πλησιέστερων συγγενών της μητέρας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην παραπάνω κρίση, συνεκτιμώντας, πέραν των προαναφερθέντων και την εν γένει κατάσταση του υιοθετουμένου, καθώς και την προσωπικότητα, την υγεία, την οικογενειακή και την περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων, αλλά και την αμοιβαία ικανότητα προσαρμογής τους στο νέο τους ρόλο ως γονέων. Επίσης, εκτιμάται ότι η προκείμενη υιοθεσία επιβάλλεται από λόγους ηθικούς και κοινωνικούς, καθώς έχει δημιουργηθεί μια εν τοις πράγμασι οικογενειακή σχέση μεταξύ των υιοθετούντων και του υιοθετουμένου, αφού το τελευταίο ανατρέφεται από τους αιτούντες από τις 27.10.2014, οι οποίοι και ανταποκρίνονται απόλυτα στις απαιτήσεις το γονεϊκού ρόλου για την ανατροφή του. Τα κίνητρα των αιτούντων είναι ανιδιοτελή και παιδοκεντρικά και πηγάζουν από την ανάγκη τους να βιώσουν το γονεϊκό ρόλο και να προσφέρουν στο ανήλικο αγάπη και τα απαραίτητα εφόδια για τη ζωή, καθόσον η υγεία, το ήθος και η οικογενειακή τους κατάσταση εγγυώνται την ομαλή ανάπτυξη και αποκατάσταση του τέκνου. Τυχόν απομάκρυνση του παραπάνω ανηλίκου «από το ασφαλές οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον αποδοχής, αγάπης, στοργής και οικογενειακής θαλπωρής, στο οποίο έχει ήδη εισέλθει και εγκλιματιστεί, θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον του και θα αποτελούσε τροχοπέδη στην υγιή ψυχοσωμαχική του ανάπτυξη, το οποίο, σε κάθε περίπτωση αξιολογικής στάθμισης με οτιδήποτε άλλο, κρίνεται πάντοτε περισσότερο άξιο προστασίας, αφού είναι επιβεβλημένη η σταθερότητα και η συνέχεια στις συνθήκες ανάπτυξης αυτού, όπως και κάθε άλλου παιδιού. Ενόψει όλων των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του εν λόγω ανήλικου τέκνου και είναι βέβαιο ότι θα αποβεί προς όφελός του.